Archive for Hotel Memory

Παράδεισος

 Το κορμί σου δονεί στα θερμά παρακάλια της νύχτας

και στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά; 

(Ν. Εγγονόπουλος, Το έβδομο τραγούδι της αγάπης)

Στον Ν.  

Στην αρχή του έρωτα, της είπε, όπως και στην αρχή των μύθων της δημιουργίας, υπάρχει πάντα ένας παράδεισος. Τόπος της αθωότητας, του εδώ και τώρα. Τρώγανε σε ένα ταβερνάκι του νησιού. Τα πιο νόστιμα μπαρμπούνια που έχουν τηγανιστεί από καταβολής κόσμου, του είπε και γέλασαν μαζί. Και σε όλες βέβαια τις ιστορίες, πάντα για κάποιο λόγο χάνεται ο παράδεισος, συνέχισε. Αγγίχτηκαν τα χείλη των ποτηριών κι εκείνοι άναψαν μαζί τσιγάρο. Όλη η ιστορία με τον παράδεισο είναι, μου φαίνεται, μια ιστορία παρουσίας και απουσίας. Είναι η στιγμή που οι πρωτόπλαστοι πιστεύουν ότι ο Θεός είναι απών, πως δεν τους βλέπει τη στιγμή που διαπράττουνε την αμαρτία. Και φυσικά πιστεύουν στη δική τους δυνατότητα απουσίας, γι’ αυτό μετά κρύβονται. Το καλοκαίρι τίποτα δεν κρύβεται, του αντιγύρισε. Ήταν αρχές Ιουνίου, το καλοκαίρι είχε φτάσει φορτωμένο υποσχέσεις. Ζωής και χαράς. Έτσι συμβαίνει και στον έρωτα, ξανάρχισε. Κάποια στιγμή, από διαρκής παρουσία, ο άλλος γίνεται εναλλάξ παρών και απών, κάποιες στιγμές υπάρχει και κάποιες άλλες χάνεται σε αδιαπέραστο ρευστό.

Συνέχισαν τη συζήτηση ώρα μετά στην απροσδόκητη και τεραστίων διαστάσεων μπανιέρα του ξενοδοχείου. Όμως δεν πρέπει να μας απελπίζει η απώλεια του παραδείσου, του είπε. Τότε αρχίζει η αληθινή ζωή. Μπήκαν για να ξεπλύνουν το αλάτι, την άμμο, τον ιδρώτα και τα υγρά που γυάλιζαν κυλώντας στους μηρούς τους. Γρήγορα βούλιαξαν στο χλιαρό νερό κι επέστρεψαν στην ιστορία του παραδείσου. Εκεί παίζονται όλα, να μάθεις να υπάρχεις με τις εναλλαγές της παρουσίας και της απουσίας. Όπως το βρέφος, βγαίνει από την κοιλιά της μάνας του και προσπαθεί να αντέξει την αγωνία των εξαφανίσεών της. Η κουβέντα πάλι κόπηκε στα μισά κι αφέθηκαν σε κύματα παλμών ψαλμών σπασμών.

Αργά τη νύχτα στο δρόμο της επιστροφής για το ξενοδοχείο, εκείνος είπε: Μόνο που πάντα πρέπει να υπάρχει ένας παράδεισος. Όλη η ιστορία της ζωής, του έρωτα, της δημιουργίας, είναι μια ιστορία νοσταλγίας. Δεν του απάντησε. Ώρα μετά, πριν κλείσουνε βαριά τα μάτια της, κάτι ψιθύρισε, εκείνος είχε ήδη κοιμηθεί, τα λόγια της τα άκουσε μονάχα ο άνεμος. Την άλλη μέρα φύγανε από το νησί, απ’ το κατάστρωμα έβλεπαν το ξενοδοχείο να μικραίνει.

 

ΥΓ.: Αυτή τη φορά το Hotel Memory συνδυάζει Εγγονόπουλο και θέρος…

  

Advertisements

12 Σχόλια

Ο ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

Image Hosted by ImageShack.us

Στο Hotel Memory αυτή τη φορά έχουμε καλεσμένους… Λόγω γιορτών… Η δική μου καλεσμένη είναι η Μαρουλίτα και το κείμενό της κατοικεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που στην πόρτα του γράφει το όνομά μου…. Ευτυχώς, γιατί εγώ είμαι εξαφανισμένη από την μπλογκόσφαιρα και δεν γράφω λέξη, εδώ τουλάχιστον… Την ευχαριστώ ξανά λοιπόν… Τη συνέχεια του κειμένου θα τη βρείτε εδώ κι εδώ… (Εδώ έβαλα και τη δική της εικόνα για το κείμενο…)

Ο ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

Κουτιά. Καφέ κουτιά από χαρτόνι. Κάθε βράδυ εδώ και μέρες κοιμάμαι και ξυπνάω με τη μυρωδιά από καφέ γκοφρέ χαρτόνι. Αυτά που χρησιμοποιούν για να βάζουν τα τενεκεδάκια με γάλα εβαπορέ. Αυτά που βάζουν μέσα τηλεοράσεις τυλιγμένες σε εκείνο το άλλο διαφανές πλαστικό πράγμα με τις φούσκες που κανείς δεν ξέρει πώς το λένε, αλλά όλοι τρελαίνονται να τις σπάνε. Ή τρελαίνονται από τα νεύρα τους όταν οι άλλοι τις σπάνε, εξαρτάται από τα κέφια και την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Αυτά τα κουτιά που στοιβάζουν οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ έξω στο δρόμο τις ημέρες παραλαβής. Και μετατρέπονται σε χαρτοπολτό μόλις βρέξει. Πόσες φορές τα μίσησα γι’ αυτό κι επειδή δεν χωρούσαν στον κάδο της ανακύκλωσης… Και να με τώρα ανάμεσα σε δεκάδες από δαύτα και κάθε μέρα να αναζητώ απεγνωσμένα κι άλλα, διαφόρων διαστάσεων και ανθεκτικότητας, για να χωρέσω ό,τι έχω και δεν έχω μαζέψει στα 8 χρόνια που ζω σ’ αυτό το σπίτι…

ΥΓ. Υπόσχομαι να επιστρέψω συντόμως κι εγώ… Κατά τα άλλα, για πρώτη φορά κατάφερα να στολίσω το σπίτι μου για τα Χριστούγεννα… Κάτι είναι κι αυτό! 

6 Σχόλια

Αφλογιστία

Ένας απελπισμένος μπλόγκερ προσπαθεί, μετά από μέρες απουσίας από την μπλογκόσφαιρα, να γράψει κάτι κι αναζητά την έμπνευση διαδοχικά και στα οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα. Και όλα αυτά κλεισμένος στο γνωστό Hotel Memory.

Αφλογιστία

Ξυπνάει το πρωί αργά. Έχει καιρό να γράψει. Και τώρα πρέπει. Θέλει. Στρώνεται απέναντι από την οθόνη, τα δάχτυλα ακουμπούν στο πληκτρολόγιο… Πλην όμως, τζίφος, τίποτα…

Αναζητά το φάρμακο στα ταπεινότερα των αισθημάτων…

Πάει πρώτα σ’ αυτούς που ξέρει ότι θα τον εξοργίσουν. Ελπίζει ότι ίσως τον κινήσει ο θυμός. Διαβάζει… Τα δάχτυλά του σφίγγουν σε γροθιά, χτυπάνε στο τραπέζι, στα χείλη συνωστίζονται άναρθρες κραυγές. Ούτε μια λέξη.

Το μεσημέρι επισκέπτεται τους μάγειρες… Καταβροχθίζει συνταγές, περιγραφές γευμάτων, μήπως κι η έμπνευση ανέβει από το άδειο του στομάχι. Σηκώνεται, αφηρημένος ψάχνει το ψυγείο του… Το πληκτρολόγιο γεμίζει ψίχουλα.

Είναι αναγκασμένος να κατέβει χαμηλότερα… Αναζητάει τολμηρές περιγραφές, βρώμικη γλώσσα, χυδαία ακροβατικά, όλο και πιο παράξενα συμπλέγματα… Μετά τη θλιβερή τους πτήση, λευκές σταγόνες σκάνε πάνω στη λευκή οθόνη.

Ξέπνοος, στρέφεται προς τους καλύτερους. Εδώ θα βρει το κέντρισμα, το ξέρει, είναι καλύτερος απ’ τους καλύτερους, μόνο να βρει το δρόμο για τα πλήκτρα, μόνο να έρθει η πρώτη λέξη, το ερέθισμα. Ποιος θα τον καταλάβει όμως, πόσοι θα αναγνωρίσουν την αξία του;

Πρέπει να αλλάξει δρόμο… Να γίνει σαν εκείνους τους καλύτερους, να κλέψει την εκτίμηση, το θαυμασμό του πλήθους, να γίνει περιζήτητος, να του αφήνουν σχόλια λατρευτικά, να γοητεύσει, να αγαπηθεί. Κοιτάζει την οθόνη, μόνο το πρόσωπό του καθρεφτίζεται.

Βραδιάζει. Η ώρα των πετυχημένων. Ονειρεύεται χρήματα, την αναγνωσιμότητα που αύριο θα φέρει διαφημίσεις, συνεργασίες στον Τύπο, βιβλία, μπεστ-σέλλερ, χρήματα, ναι, χρήματα… Να γράψει για τα χρήματα… Τα δάχτυλα ζητάνε να κρυφτούν στις τσέπες του.

Αργά τη νύχτα… Η οθόνη απέναντί του πάντα ανεπανόρθωτα λευκή… Δεν έχει γράψει λέξη… Πατάει τα πλήκτρα. Ακόμα μια χαμένη μέρα, γράφει.

Κοιτάζει την οθόνη και η λύπη τού δαγκώνει την ψυχή… Σβήνει τη πρώτη φράση. Κανένα νόημα, γράφει, ότι η σωτηρία ουκ εστίν

5 Σχόλια

Μπουένος Άιρες, οδός Τακουαρί 242

Ένας νεκρός, αν και με μεγάλη καθυστέρηση στο ραντεβού του, βρήκε επιτέλους το δρόμο για το Hotel Memory. Μια τελευταία συνάντηση σε αργεντίνικο έδαφος με τον πολωνό συγγραφέα Βίτολντ Γκομπρόβιτς.

 

 Μπουένος Άιρες, οδός Τακουαρί 242

«Να πάρω κι εγώ ένα κομμάτι;»

Τινάχτηκα έντρομη στο κρεβάτι και λίγο έλειψε να πέσει το κουτί της πίτσας που έχασκε ανοιχτό στα πόδια μου. Τον είδα να εμφανίζεται σιγά σιγά στην πολυθρόνα.

«Με τρομάξατε», είπα, «πώς μπήκατε εδώ; Σαν κλέφτης…»

«Κάποτε έφυγα από δω σαν κλέφτης. Από το Cuartito είναι;» ρώτησε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού την πίτσα.

Ένευσα καταφατικά. Τον αναγνώρισα. Κάτω απ’ το μαξιλάρι έπιασα το τηλεκοντρόλ και έκλεισα την τηλεόραση. Του έτεινα την πίτσα και το πακέτο τις χαρτοπετσέτες.

«Ευχαριστώ», είπε και πήρε ένα κομμάτι. «Τις πεθυμάω συχνά».

Τα μάτια του είναι τόσο φωτεινά όσο και στις φωτογραφίες. Κάτι ασυνήθιστα εφηβικό στο πρόσωπο. Δεν ξέρω τι να πω. Το μεσημέρι, σ’ ένα βιβλιοπωλείο, ανέβαλα για άλλη μια φορά την αγορά του ογκώδους ημερολογίου του. Πού να το κουβαλάω πίσω, σκέφτηκα.

«Μη σας ανησυχεί», μου λέει, «κάποτε θα το αγοράσετε, κι ίσως αργότερα βρείτε το χρόνο και να το διαβάσετε. Ίσως και όχι όμως, αλλά δεν πειράζει».

Ωχ, σκέφτομαι, διαβάζει και τη σκέψη.. Χαμογελάει. Πασχίζω για να θυμηθώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, σκόρπιες φράσεις του που έχω διαβάσει δεξιά κι αριστερά. Η μνήμη μου όμως με προδίδει.

«Δεν είμαι εδώ για να μιλήσετε εσείς. Απ’ όσα έχω κάνει στη ζωή μου, απ’ όσους έβλαψα –και μη νομίζετε, όταν θα έρθετε κι εσείς στη θέση μου, θα καταλάβετε πως μια ζωή φτάνει για να πληγώσουμε πολλούς– συχνότερα θυμάμαι ετούτη την πανσιόν απ’ όπου έφυγα μια νύχτα, με το λογαριασμό απλήρωτο. Μη σκέφτεστε το κλασικό, ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα… Σιγά τις τύψεις… θυμάμαι μόνο την απόγνωση και την ελευθερία που με πλημμύριζαν εκείνη τη στιγμή. Είκοσι τέσσερα χρόνια έζησα σ’ αυτήν τη χώρα, άφησα πίσω μου τη γηραιά Ευρώπη, γύρισα εκεί σχεδόν μόνο για να πεθάνω. Κάποιος γνωστός σας λέει ότι είμαι ο καλύτερος Αργεντίνος συγγραφέας, μη δίνετε όμως σημασία, παίζει».

«Κύριε Γκομπρόβιτς…» λέω.

«Φαίνεται πως δεν είστε αρκετό καιρό εδώ. Γιατί δεν χρησιμοποιείτε το μικρό μου όνομα; Ήθελα να σας πω μια ιστορία… Σπάνια έρχεται σε τούτη την πανσιόν κάποιος απ’ την Ευρώπη, κάποιος που να του λέει κάτι έστω το όνομά μου, κάποιος που να μπορεί να νιώσει την απόγνωση και την ελευθερία μιας νύχτας του ’43. Κυρίως κάποιος που να μπορώ να του ζητήσω ένα κομμάτι πίτσα. Μονάχα κάτι δύσμοιρα παράνομα ζευγάρια. Γίνομαι μάρτυρας απελπισμένων εναγκαλισμών».

Απλώνει ξανά το χέρι. Του προσφέρω πίτσα, παίρνω κι εγώ ένα κομμάτι. Του δίνω το δεύτερο κουτάκι μπύρα. Χαμογελάει.

«Πείτε μου», λέω. «Σας ακούω…» Πάω να πω Βίτολντ, αλλά δεν μου βγαίνει.

2 Σχόλια