Archive for Αργεντινή

Το αληθινό ναρκωτικό

Μετέφραζε χωρίς να σταματά, στην ουσία χωρίς να κουνιέται, για μιάμιση ώρα• έπαιρνε μόνο μια ανάσα για να εφοδιάσει τις ρινικές του κοιλότητες με μικρές ρουφηξιές που τράβαγε στα γρήγορα, χωρίς καν να διακόπτει τη δουλειά. Θα μπορούσε να περάσει έτσι χρόνια, αιώνες. Κατά μία έννοια, όταν το σκεφτόταν, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η κοκαΐνη τού φαινόταν περιττή. Το ναρκωτικό, το αληθινό ναρκωτικό, ήταν η μετάφραση: η αληθινή δουλεία, ο πόθος, η υπόσχεση. Ίσως ό,τι ήξερε ο Ρίμινι για τα ναρκωτικά, όχι λίγα μα ούτε και πολλά, αλλά, χωρίς αμφιβολία, απολύτως δυσανάλογα με την κατάστασή του ως νεοφώτιστου, το είχε μάθει χωρίς να το συνειδητοποιήσει μεταφράζοντας. Ίσως η μετάφραση να ήταν το σχολείο του στα ναρκωτικά. Γιατί ήδη παλιότερα, πολύ πριν πάρει κοκαΐνη για πρώτη φορά, στην εφηβεία του, όταν ο Ρίμινι, τις ηλιόλουστες Κυριακές της άνοιξης, την ώρα που οι φίλοι του γέμιζαν τις πλατείες, ντυμένοι στα χρώματα των αγαπημένων τους ποδοσφαιρικών ομάδων, κατέβαζε τις περσίδες του δωματίου του, συντόνιζε το ραδιόφωνο στο σταθμό που μετέδιδε τον πιο σημαντικό αγώνα της ημέρας και στα σκοτεινά, ίσα ίσα με το φως μιας λάμπας γραφείου, φορώντας μια ρόμπα, σαν φυματικός, κυριολεκτικά ισοπέδωνε βιβλία με τη μεταφραστική του βουλιμία, τα εξολόθρευε αλλά την ίδια στιγμή υποτασσόταν σ’ αυτά, λες και υπήρχε κάτι κλεισμένο ανάμεσα στις πτυχές αυτών των γραμμών που τον καλούσε, που τον ανάγκαζε να παρουσιαστεί μπροστά τους, να τις αποσπάσει από τη μια γλώσσα και να τις μεταφέρει στην άλλη, ήδη από τότε ο Ρίμινι είχε ανακαλύψει σε ποιο βαθμό η μετάφραση δεν είναι μια ελεύθερη δραστηριότητα, που την επιλέγει κανείς χωρίς πιέσεις, με δυνατότητα διάκρισης, αλλά ψυχαναγκασμός, μοιραία ανταπόκριση σε μια διαταγή, μια εντολή, μια ικεσία που κατοικούν στην καρδιά ενός βιβλίου γραμμένου σε άλλη γλώσσα. Μόνο και μόνο το γεγονός πως κάτι ήταν γραμμένο σε μια άλλη γλώσσα, σε κάποια γλώσσα που εκείνος γνώριζε αλλά δεν ήταν η μητρική του, ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μέσα του, εντελώς ανακλαστικά εξάλλου, τη σκέψη ότι αυτό το βιβλίο, άρθρο, αφήγημα ή ποίημα ήταν χρεωμένο, ότι χρωστούσε κάτι τεράστιο, αδύνατο να υπολογιστεί και κατά συνέπεια, βέβαια, να πληρωθεί, και ότι αυτός, ο Ρίμινι, ο μεταφραστής, ήταν εκείνος που αναλάμβανε το χρέος μεταφράζοντας. Έτσι, μετέφραζε για να πληρώσει, για να απελευθερώσει τον οφειλέτη από τις αλυσίδες του χρέους του, για να τον χειραφετήσει, και γι’ αυτό η δουλειά της μετάφρασης εμπεριέχει για το μεταφραστή το σωματικό μόχθο, τη θυσία, την υποταγή και την αδυναμία να αρνηθεί μια καταναγκαστική εργασία. Τον ρωτούσαν, κυρίως οι φίλοι των γονιών του, αν ήταν δύσκολο να μεταφράζει. Λαχανιασμένος, ο Ρίμινι απαντούσε πως όχι, αλλά σκεφτόταν τι σημασία μπορεί να έχει αν είναι δύσκολο ή όχι. Τον ρωτούσαν πώς τα κατάφερνε να μεταφράζει, και ο Ρίμινι έλεγε όχι, όχι, η μετάφραση δεν είναι κάτι που το καταφέρνεις, αλλά κάτι που δεν μπορείς να σταματήσεις. Ήδη από τότε, στα δεκατρία ή τα δεκατέσσερα, με την εμπειρία του μαθητευόμενου, μικρή αλλά αδιανόητης έντασης, είχε βρεθεί αντιμέτωπος με το αυτονόητο με το οποίο αργά ή γρήγορα έρχεται αντιμέτωπος κάθε μεταφραστής: ότι μεταφράζει συνέχεια, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ασταμάτητα, και όλα τα υπόλοιπα, αυτό που εν γένει ονομάζεται ζωή, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια σειρά ευάριθμων ανακωχών και διακοπών που μόνο ένας μεταφραστής με σιδερένια θέληση καταφέρνει να αποσπάσει από αυτό το μηχανισμό συνεχούς υποταγής που είναι η μετάφραση.

Alan Pauls, Το παρελθόν

ΥΓ. Η μετάφραση αποτελεί work in progress και όχι οριστική εκδοχή της υπογράφουσας, η οποία επί του παρόντος συγκατοικεί με άλλους εννέα μεταφραστές διαφόρων εθνικοτήτων στο ανακαινισμένο παλαιό νοσοκομείο της Αρλ στην Προβηγκία. Και μια και περί νοσοκομείου ο λόγος:

 

The Modern Lovers: Hospital 

 

Advertisements

4 Σχόλια

Rojo y verde

Image Hosted by ImageShack.us
Κατά καιρούς φτάνουν νέα από την Αργεντινή. Καλά και κακά, όπως συμβαίνει πάντα.

Ο φίλος μου ο Μαρτίν Κόαν κέρδισε το βραβείο Herralde, ένα από τα σημαντικά βραβεία για την ισπανόφωνη λογοτεχνία. Και οι εφημερίδες γράφουν ότι το μυθιστόρημά του, που έχει τον τίτλο Ciencias morales (Ηθικές επιστήμες), είναι ίσως το καλύτερο από όσα έχουν βραβευτεί στην ιστορία του θεσμού.

Ο πολυαγαπημένος μου Αρτούρο κατάφερε να ξεκινήσει το πολιτιστικό κέντρο που σχεδίαζε εδώ και καιρό στο Πρίνγκλες, το χωριό του. Το λένε Estación Pringles, κέντρο πραγματοποιήσιμων ουτοπιών στην πάμπα. Πρόσφατα έδωσαν ένα λογοτεχνικό βραβείο και οργάνωσαν ένα διήμερο συνέδριο με τον τίτλο «Ποίηση και Μνήμη».

Το πιο όμορφο περιοδικό της χώρας, η γνωστή σε όσους με διάβαζαν την εποχή της Αργεντινής Γυναίκα της ζωής μου, ακολουθώντας τη λαμπρή παράδοση των αργεντίνικων περιοδικών, αναγκάζεται να κλείσει. Και το κάνουν με ένα πάρτυ στις 19 του μηνός. Το μόνο που μπορώ να κάνω για τους φίλους μου είναι να τους σκέφτομαι.

Και ο αγαπημένος μου Eduardo Carrera μου στέλνει τα νέα του, χριστουγεννιάτικες ευχές κι αυτή τη φωτογραφία, που συνδυάζει τα δύο αγαπημένα μου χρώματα, που είναι σαν να είμαι εγώ. Και τα λίγα λόγια που τη συνοδεύουν είναι κι αυτά όμορφα: Κι αν δεν ξανάρθω εγώ, θα ξαναρθεί η άνοιξη, εσύ, να ανθίζεις…

Don’t cry for me Argentina, the truth is I never left you…

5 Σχόλια

Μπουένος Άιρες, οδός Τακουαρί 242

Ένας νεκρός, αν και με μεγάλη καθυστέρηση στο ραντεβού του, βρήκε επιτέλους το δρόμο για το Hotel Memory. Μια τελευταία συνάντηση σε αργεντίνικο έδαφος με τον πολωνό συγγραφέα Βίτολντ Γκομπρόβιτς.

 

 Μπουένος Άιρες, οδός Τακουαρί 242

«Να πάρω κι εγώ ένα κομμάτι;»

Τινάχτηκα έντρομη στο κρεβάτι και λίγο έλειψε να πέσει το κουτί της πίτσας που έχασκε ανοιχτό στα πόδια μου. Τον είδα να εμφανίζεται σιγά σιγά στην πολυθρόνα.

«Με τρομάξατε», είπα, «πώς μπήκατε εδώ; Σαν κλέφτης…»

«Κάποτε έφυγα από δω σαν κλέφτης. Από το Cuartito είναι;» ρώτησε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού την πίτσα.

Ένευσα καταφατικά. Τον αναγνώρισα. Κάτω απ’ το μαξιλάρι έπιασα το τηλεκοντρόλ και έκλεισα την τηλεόραση. Του έτεινα την πίτσα και το πακέτο τις χαρτοπετσέτες.

«Ευχαριστώ», είπε και πήρε ένα κομμάτι. «Τις πεθυμάω συχνά».

Τα μάτια του είναι τόσο φωτεινά όσο και στις φωτογραφίες. Κάτι ασυνήθιστα εφηβικό στο πρόσωπο. Δεν ξέρω τι να πω. Το μεσημέρι, σ’ ένα βιβλιοπωλείο, ανέβαλα για άλλη μια φορά την αγορά του ογκώδους ημερολογίου του. Πού να το κουβαλάω πίσω, σκέφτηκα.

«Μη σας ανησυχεί», μου λέει, «κάποτε θα το αγοράσετε, κι ίσως αργότερα βρείτε το χρόνο και να το διαβάσετε. Ίσως και όχι όμως, αλλά δεν πειράζει».

Ωχ, σκέφτομαι, διαβάζει και τη σκέψη.. Χαμογελάει. Πασχίζω για να θυμηθώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, σκόρπιες φράσεις του που έχω διαβάσει δεξιά κι αριστερά. Η μνήμη μου όμως με προδίδει.

«Δεν είμαι εδώ για να μιλήσετε εσείς. Απ’ όσα έχω κάνει στη ζωή μου, απ’ όσους έβλαψα –και μη νομίζετε, όταν θα έρθετε κι εσείς στη θέση μου, θα καταλάβετε πως μια ζωή φτάνει για να πληγώσουμε πολλούς– συχνότερα θυμάμαι ετούτη την πανσιόν απ’ όπου έφυγα μια νύχτα, με το λογαριασμό απλήρωτο. Μη σκέφτεστε το κλασικό, ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα… Σιγά τις τύψεις… θυμάμαι μόνο την απόγνωση και την ελευθερία που με πλημμύριζαν εκείνη τη στιγμή. Είκοσι τέσσερα χρόνια έζησα σ’ αυτήν τη χώρα, άφησα πίσω μου τη γηραιά Ευρώπη, γύρισα εκεί σχεδόν μόνο για να πεθάνω. Κάποιος γνωστός σας λέει ότι είμαι ο καλύτερος Αργεντίνος συγγραφέας, μη δίνετε όμως σημασία, παίζει».

«Κύριε Γκομπρόβιτς…» λέω.

«Φαίνεται πως δεν είστε αρκετό καιρό εδώ. Γιατί δεν χρησιμοποιείτε το μικρό μου όνομα; Ήθελα να σας πω μια ιστορία… Σπάνια έρχεται σε τούτη την πανσιόν κάποιος απ’ την Ευρώπη, κάποιος που να του λέει κάτι έστω το όνομά μου, κάποιος που να μπορεί να νιώσει την απόγνωση και την ελευθερία μιας νύχτας του ’43. Κυρίως κάποιος που να μπορώ να του ζητήσω ένα κομμάτι πίτσα. Μονάχα κάτι δύσμοιρα παράνομα ζευγάρια. Γίνομαι μάρτυρας απελπισμένων εναγκαλισμών».

Απλώνει ξανά το χέρι. Του προσφέρω πίτσα, παίρνω κι εγώ ένα κομμάτι. Του δίνω το δεύτερο κουτάκι μπύρα. Χαμογελάει.

«Πείτε μου», λέω. «Σας ακούω…» Πάω να πω Βίτολντ, αλλά δεν μου βγαίνει.

2 Σχόλια