Archive for Απρίλιος, 2008

Το αληθινό ναρκωτικό

Μετέφραζε χωρίς να σταματά, στην ουσία χωρίς να κουνιέται, για μιάμιση ώρα• έπαιρνε μόνο μια ανάσα για να εφοδιάσει τις ρινικές του κοιλότητες με μικρές ρουφηξιές που τράβαγε στα γρήγορα, χωρίς καν να διακόπτει τη δουλειά. Θα μπορούσε να περάσει έτσι χρόνια, αιώνες. Κατά μία έννοια, όταν το σκεφτόταν, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η κοκαΐνη τού φαινόταν περιττή. Το ναρκωτικό, το αληθινό ναρκωτικό, ήταν η μετάφραση: η αληθινή δουλεία, ο πόθος, η υπόσχεση. Ίσως ό,τι ήξερε ο Ρίμινι για τα ναρκωτικά, όχι λίγα μα ούτε και πολλά, αλλά, χωρίς αμφιβολία, απολύτως δυσανάλογα με την κατάστασή του ως νεοφώτιστου, το είχε μάθει χωρίς να το συνειδητοποιήσει μεταφράζοντας. Ίσως η μετάφραση να ήταν το σχολείο του στα ναρκωτικά. Γιατί ήδη παλιότερα, πολύ πριν πάρει κοκαΐνη για πρώτη φορά, στην εφηβεία του, όταν ο Ρίμινι, τις ηλιόλουστες Κυριακές της άνοιξης, την ώρα που οι φίλοι του γέμιζαν τις πλατείες, ντυμένοι στα χρώματα των αγαπημένων τους ποδοσφαιρικών ομάδων, κατέβαζε τις περσίδες του δωματίου του, συντόνιζε το ραδιόφωνο στο σταθμό που μετέδιδε τον πιο σημαντικό αγώνα της ημέρας και στα σκοτεινά, ίσα ίσα με το φως μιας λάμπας γραφείου, φορώντας μια ρόμπα, σαν φυματικός, κυριολεκτικά ισοπέδωνε βιβλία με τη μεταφραστική του βουλιμία, τα εξολόθρευε αλλά την ίδια στιγμή υποτασσόταν σ’ αυτά, λες και υπήρχε κάτι κλεισμένο ανάμεσα στις πτυχές αυτών των γραμμών που τον καλούσε, που τον ανάγκαζε να παρουσιαστεί μπροστά τους, να τις αποσπάσει από τη μια γλώσσα και να τις μεταφέρει στην άλλη, ήδη από τότε ο Ρίμινι είχε ανακαλύψει σε ποιο βαθμό η μετάφραση δεν είναι μια ελεύθερη δραστηριότητα, που την επιλέγει κανείς χωρίς πιέσεις, με δυνατότητα διάκρισης, αλλά ψυχαναγκασμός, μοιραία ανταπόκριση σε μια διαταγή, μια εντολή, μια ικεσία που κατοικούν στην καρδιά ενός βιβλίου γραμμένου σε άλλη γλώσσα. Μόνο και μόνο το γεγονός πως κάτι ήταν γραμμένο σε μια άλλη γλώσσα, σε κάποια γλώσσα που εκείνος γνώριζε αλλά δεν ήταν η μητρική του, ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μέσα του, εντελώς ανακλαστικά εξάλλου, τη σκέψη ότι αυτό το βιβλίο, άρθρο, αφήγημα ή ποίημα ήταν χρεωμένο, ότι χρωστούσε κάτι τεράστιο, αδύνατο να υπολογιστεί και κατά συνέπεια, βέβαια, να πληρωθεί, και ότι αυτός, ο Ρίμινι, ο μεταφραστής, ήταν εκείνος που αναλάμβανε το χρέος μεταφράζοντας. Έτσι, μετέφραζε για να πληρώσει, για να απελευθερώσει τον οφειλέτη από τις αλυσίδες του χρέους του, για να τον χειραφετήσει, και γι’ αυτό η δουλειά της μετάφρασης εμπεριέχει για το μεταφραστή το σωματικό μόχθο, τη θυσία, την υποταγή και την αδυναμία να αρνηθεί μια καταναγκαστική εργασία. Τον ρωτούσαν, κυρίως οι φίλοι των γονιών του, αν ήταν δύσκολο να μεταφράζει. Λαχανιασμένος, ο Ρίμινι απαντούσε πως όχι, αλλά σκεφτόταν τι σημασία μπορεί να έχει αν είναι δύσκολο ή όχι. Τον ρωτούσαν πώς τα κατάφερνε να μεταφράζει, και ο Ρίμινι έλεγε όχι, όχι, η μετάφραση δεν είναι κάτι που το καταφέρνεις, αλλά κάτι που δεν μπορείς να σταματήσεις. Ήδη από τότε, στα δεκατρία ή τα δεκατέσσερα, με την εμπειρία του μαθητευόμενου, μικρή αλλά αδιανόητης έντασης, είχε βρεθεί αντιμέτωπος με το αυτονόητο με το οποίο αργά ή γρήγορα έρχεται αντιμέτωπος κάθε μεταφραστής: ότι μεταφράζει συνέχεια, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ασταμάτητα, και όλα τα υπόλοιπα, αυτό που εν γένει ονομάζεται ζωή, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια σειρά ευάριθμων ανακωχών και διακοπών που μόνο ένας μεταφραστής με σιδερένια θέληση καταφέρνει να αποσπάσει από αυτό το μηχανισμό συνεχούς υποταγής που είναι η μετάφραση.

Alan Pauls, Το παρελθόν

ΥΓ. Η μετάφραση αποτελεί work in progress και όχι οριστική εκδοχή της υπογράφουσας, η οποία επί του παρόντος συγκατοικεί με άλλους εννέα μεταφραστές διαφόρων εθνικοτήτων στο ανακαινισμένο παλαιό νοσοκομείο της Αρλ στην Προβηγκία. Και μια και περί νοσοκομείου ο λόγος:

 

The Modern Lovers: Hospital 

 

Advertisements

4 Σχόλια

Η Λουίζ Μπουρζουά στα νερά της Στυγός

Άρχισε να γυρίζει γύρω γύρω απ’ το κλουβί, να καταγράφει από διαφορετικές γωνίες το περιεχόμενό του. Καρέκλες στο ταβάνι, ένα ψεύτικο πόδι, αράχνες, γυάλινα δοχεία, κομμάτια από ταπισερί, ένας καθρέφτης. Τον αναζήτησε με το βλέμμα. Φαντάζεσαι έναν αντίστροφο Αχιλλέα; τον ρώτησε όταν την πλησίασε. Έναν Αχιλλέα ευάλωτο, με όλο το σώμα του παραδομένο στη θνητότητα, και άτρωτη μόνο τη φτέρνα; Ξανάρχισαν να περπατάνε γύρω απ’ το κλουβί, με αντίθετη φορά ο ένας απ’ τον άλλον, κάποια στιγμή είδε το πρόσωπό του φευγαλέα στον καθρέφτη, έπειτα το δικό της. Θα ήταν τότε ένας από μας, του είπε όταν ξαναβρέθηκαν, να καθρεφτίζονται μαζί ετούτη τη φορά. Κι ίσως η μοίρα του να ήταν έτσι πιο ευοίωνη. Η άτρωτη αχίλλειος πτέρνα –γέλασε εκείνος–, όχι κάποιο εμφανές, κάποιο επιφανές μέρος του σώματος, αλλά η φτέρνα, κάτι αμελητέο και κρυφό, χωμένο σε παπούτσια• δεν θα μπορούσε βέβαια να στέκεται προβάλλοντας τη φτέρνα αντίκρυ στους εχθρούς του.
Τον τράβηξε στη γωνία της αίθουσας για να του δείξει το βιβλίο• διάβασαν κάποιες φράσεις που τους άρεσαν. Φιλήθηκαν εκεί στα σκοτεινά, λες και μ’ αυτόν τον τρόπο ενσωμάτωναν τον κόσμο στο δικό τους, μυστικό σύμπαν κι άφηναν ταυτοχρόνως πάνω του το αποτύπωμα του έρωτά τους.
Στο καφενείο δίπλα στο μουσείο εκείνος άναψε πρώτα το τσιγάρο της. Έτσι είμαστε όλοι μας, της είπε. Ευάλωτοι με ένα άτρωτο σημείο. Αυτή είναι η ουσία και η σωτηρία μας. Έτσι είναι όλα, του απάντησε εκείνη. Οι άνθρωποι και τα δημιουργήματά τους, αυτό είναι το μυστικό τους, θνητοί, τρωτοί, με έναν κρυφό ή φανερό απροσπέλαστο πυρήνα. Της έσφιξε το χέρι. Ναι, έχεις δίκιο, αντιστρέφοντας την τάξη των πραγμάτων, η Θέτιδα υπέγραφε την καταδίκη του παιδιού της. Όταν σηκώθηκαν να φύγουν, εκείνη ίσιωσε το κασκόλ πάνω από το γιακά της καπαρντίνας του. Αυτή είναι η δύναμή μας, είπε, ίσως κι η μοναξιά μας.
Τη νύχτα ξύπνησε από έναν εφιάλτη διψασμένη. Έψαξε το ποτήρι πλάι της. Ήπιε, κι ενώ τα μάτια της συνήθιζαν σιγά σιγά στα σκοτεινά, σύρθηκε χαμηλά και του ’δωσε ένα φιλί στη φτέρνα. Συνέχισε ατάραχος τον ύπνο του. Ανίκανη ν’ αντισταθεί μα τρυφερά ωστόσο έμπηξε τα δόντια της μέσα στη σάρκα του. Το πρωί εννοείται πως δεν είπε τίποτα.

6 Σχόλια

Μια πέτρα

     
     Une pierre

     

    Nous nous étions fait don de l’innocence,

    Elle a brûlé longtemps de rien que nos deux corps,

    Et nos pas allaient nus dans l’herbe sans mémoire,

    Nous étions l’illusion qu’on nomme souvenir.

     

    Le feu naissant de soi, pourquoi vouloir

    En rassembler les cendres désunies.

    Au jour dit nous avons rendu ce que nous fûmes

    Á la flamme plus vaste du ciel du soir.

     

    Yves Bonnefoy, La pluie d’été

    (από τον τόμο Les planches courbes)

     

     

     

    ΥΓ. Προσπάθεια να το μεταφράσω δεν αποτολμώ, γιατί φοβάμαι πως όλη η μαγεία της απλότητάς του θα χαθεί ανεπιστρεπτί.

     

5 Σχόλια