Archive for Δεκέμβριος, 2006

Ο ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

Image Hosted by ImageShack.us

Στο Hotel Memory αυτή τη φορά έχουμε καλεσμένους… Λόγω γιορτών… Η δική μου καλεσμένη είναι η Μαρουλίτα και το κείμενό της κατοικεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που στην πόρτα του γράφει το όνομά μου…. Ευτυχώς, γιατί εγώ είμαι εξαφανισμένη από την μπλογκόσφαιρα και δεν γράφω λέξη, εδώ τουλάχιστον… Την ευχαριστώ ξανά λοιπόν… Τη συνέχεια του κειμένου θα τη βρείτε εδώ κι εδώ… (Εδώ έβαλα και τη δική της εικόνα για το κείμενο…)

Ο ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

Κουτιά. Καφέ κουτιά από χαρτόνι. Κάθε βράδυ εδώ και μέρες κοιμάμαι και ξυπνάω με τη μυρωδιά από καφέ γκοφρέ χαρτόνι. Αυτά που χρησιμοποιούν για να βάζουν τα τενεκεδάκια με γάλα εβαπορέ. Αυτά που βάζουν μέσα τηλεοράσεις τυλιγμένες σε εκείνο το άλλο διαφανές πλαστικό πράγμα με τις φούσκες που κανείς δεν ξέρει πώς το λένε, αλλά όλοι τρελαίνονται να τις σπάνε. Ή τρελαίνονται από τα νεύρα τους όταν οι άλλοι τις σπάνε, εξαρτάται από τα κέφια και την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Αυτά τα κουτιά που στοιβάζουν οι υπάλληλοι των σούπερ μάρκετ έξω στο δρόμο τις ημέρες παραλαβής. Και μετατρέπονται σε χαρτοπολτό μόλις βρέξει. Πόσες φορές τα μίσησα γι’ αυτό κι επειδή δεν χωρούσαν στον κάδο της ανακύκλωσης… Και να με τώρα ανάμεσα σε δεκάδες από δαύτα και κάθε μέρα να αναζητώ απεγνωσμένα κι άλλα, διαφόρων διαστάσεων και ανθεκτικότητας, για να χωρέσω ό,τι έχω και δεν έχω μαζέψει στα 8 χρόνια που ζω σ’ αυτό το σπίτι…

ΥΓ. Υπόσχομαι να επιστρέψω συντόμως κι εγώ… Κατά τα άλλα, για πρώτη φορά κατάφερα να στολίσω το σπίτι μου για τα Χριστούγεννα… Κάτι είναι κι αυτό! 

Advertisements

6 Σχόλια

Nabokov vs Tolstoj

«Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες διαφέρουν λιγότερο ή περισσότερο μεταξύ τους· όλες οι δυστυχισμένες οικογένειες, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, μοιάζουν, λέει ένας μεγάλος ρώσος συγγραφέας στην αρχή ενός περίφημου μυθιστορήματος».

Έτσι αρχίζει ένα άλλο μυθιστόρημα ενός άλλου συγγραφέα –Ρώσου που κατέληξε Αμερικανός–, η Άντα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ. Βέβαια, ο πρώτος ρώσος συγγραφέας, δηλαδή ο Λέων Τολστόι, στο περίφημο μυθιστόρημά του, την Άννα Καρένινα, λέει ακριβώς το αντίθετο. Οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν· κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο.

Αυτές τις δύο φράσεις σκέφτομαι τις τελευταίες μέρες, εποχή εκκαθαρίσεων. Ανασκουμπωμένη μπροστά σε ξεκοιλιασμένες συρταριέρες, ξεδιαλέγω χαρτιά και άλλα διάφορα. Τα μισά στο πυρ το εξώτερο, τα άλλα μισά τακτοποιημένα μέσα σε φακέλους με δύο λέξεις απέξω για να θυμάμαι τι περιέχουν, οι φάκελοι. Τα ίδια σκέφτομαι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή αδειάζοντας το πολλάκις συμπιεσμένο mailbox από μέιλ που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια. Σκέφτομαι τις δύο φράσεις, την πρώτη του Ναμπόκοφ, τη δεύτερη του Τολστόι, αν και δεν σκέφτομαι ακριβώς οικογένειες. Διαβάζω επιστολές που δεν παραδόθηκαν, κι άλλες που παραδόθηκαν, σε μένα εν προκειμένω, μέιλ που έστειλα και μέιλ που μου έστειλαν, ημερολογιακές καταγραφές. Και καταλήγω απολύτως ναμποκοφική.

 

Γιατί ίδια ή παρόμοια είναι τα δυσάρεστα, οι δυσκολίες, οι μομφές, τα παράπονα, οι προδοσίες, τα βάσανα. Μοιάζουν αφόρητα μεταξύ τους, καμιά φορά διαβάζοντας μπερδεύομαι ή ξεχνώ τον παραλήπτη, τον αποστολέα ή την αφορμή τους.

Αντίθετα αυτά που δεν μοιάζουν καθόλου είναι οι χαρές, οι απολαύσεις, τα τρυφερά αισθήματα, το ζωντανό και αμοιβαίο πάθος, η ηδονή, η ευτυχία.

 Παράδοξο στην πρώτη ματιά, κι όμως ανακαλύπτω πως οι λύπες είναι λίγο πολύ παρόμοιες, τα προβλήματα εντέλει επαναλαμβάνονται, η γκρίνια και οι κατηγορίες βγαίνουν από φωτοτυπικό μηχάνημα. Το πολύ πολύ να χωρίζονται σε λίγες, βασικές, κατηγορίες.

Κάθε στιγμή ευτυχίας, ευδαιμονίας ή απόλαυσης είναι ξεχωριστή, ανεπανάληπτη, λάμπει καινούργια και απαστράπτουσα, κι όταν την έχω μοιραστεί με κάποιον, τον καθρεφτίζει απόλυτα, αποκλείει τη σύγχυση, φέρει πάνω της χαραγμένο το όνομά του.

Δίκιο έχει ο Ναμπόκοφ λοιπόν: δυστυχούμε επαναλαμβανόμενοι, αλλά η ευτυχία είναι πρωτότυπη, απαιτεί τόλμη και επινοητικότητα, κάθε φορά κατακτάται με το δικό της μοναδικό τρόπο.

18 Σχόλια

Η τυραννία των αποφάσεων

Το δράμα αρχίζει από το πρωί, πριν καλά καλά ανοίξω τα μάτια μου. Το ξυπνητήρι χτυπάει καθημερινά στις οκτώμισι, αυτό είναι μια ειλημμένη πλην άχρηστη απόφαση. Πρέπει να αποφασίσω αν θα ανοίξω τα μάτια μου υπακούοντας στο κάλεσμα ή όχι. Συνήθως αποφασίζω όχι. Αυτή η πρώτη απόφαση πρέπει να επαναληφθεί δυο τρεις φορές, αφού το ξυπνητήρι του κινητού χτυπάει κάθε τέταρτο για τα επόμενα τρία τέταρτα. Εκτός κι αν πάρω την πιο ριζική απόφαση να κλείσω το κινητό. Κάποια στιγμή αποφασίζω επιτέλους να σηκωθώ. Νέες αποφάσεις περιμένουν. Θα βγω έξω να ασχοληθώ με κάποια από τα τρέχοντα που πάντα εκκρεμούν (τράπεζες, ψώνια, λογαριασμοί) ή θα ανοίξω κατευθείαν τον υπολογιστή και θα ξεκινήσω δουλειά; Και θα ξεκινήσω δουλειά ή θα χαζέψω πρώτα στο ίντερνετ, ρίχνοντας μια ματιά σε εφημερίδες και μπλογκ;

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα λοιπόν. Μην έχοντας μια κανονική δουλειά με ωράριο, χωρίς σχέση αυτή την περίοδο, ζώντας μόνη και χωρίς ιδιαίτερες υποχρεώσεις, πρέπει ανά πάσα στιγμή να παίρνω μόνη μου άπειρες αποφάσεις. Πρωινό ή μεσημεριανό ξύπνημα, μαγείρεμα ή delivery, εξωτερικές δουλειές ή μετάφραση;

Και αν αρχίσω τη μετάφραση, ιδού εισέρχομαι στο κατεξοχήν βασίλειο των αποφάσεων. Σε κάθε πρόταση, σε κάθε λέξη παραφυλάει η στιγμή της απόφασης. Πολλά συνώνυμα, διάφορες εκδοχές σύνταξης. Το δράμα συνεχίζεται…

Είμαι ένας αναποφάσιστος άνθρωπος. Και έχω επιλέξει να ζω με έναν τρόπο που μου επιβάλλει να επινοώ κάθε μέρα το πρόγραμμά μου, να αποφασίζω διαρκώς για τα πιο απλά πράγματα. Θα μου πει κανείς, σιγά τα λάχανα, άλλοι παίρνουν στ’ αλήθεια σημαντικές αποφάσεις, απ’ τις οποίες εξαρτώνται ολόκληροι λαοί, έστω εκατοντάδες άνθρωποι, κι εσύ γκρινιάζεις που πρέπει να αποφασίσεις αν θα φας πίτσα ή θα μαγειρέψεις μπριάμ; Ναι, μόνο που αυτοί που αποφασίζουν για λαούς ολόκληρους, έχουν και τα αντίστοιχα ανταλλάγματα, και είναι βέβαιο πως δεν αποφασίζουν για το μπριάμ ή το φιλέτο τους…

Τέλος πάντων, αυτό για το οποίο μιλώ είναι αυτό το υποστηρικτικό πλαίσιο, το δίχτυ ασφαλείας που προστατεύει τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων γύρω μου. Αυτών που το βράδυ στο μπαρ λένε «πρέπει να φύγω γιατί έχω πρωινό ξύπνημα αύριο» και «πόσο σε ζηλεύω που δεν έχεις ωράριο»… Αλλά φυσικά ήθελα πάντα να αποφασίζω εγώ για τη ζωή μου, να μην αποφασίζουν άλλοι, να κάνω ό,τι θέλω και τα σχετικά. Κι έτσι ξεκινάω κάθε πρωί με το τραγικό δίλημμα «ανταποκρίνομαι στο ξυπνητήρι ή όχι;»… Για να συνεχίσω με μια σειρά άλλα, μαγείρεμα ή ψωμοτύρι, πρωινός ή απογευματινός καφές με κάποιο φίλο, έξοδος το βράδυ ή διάβασμα στο σπίτι, έξοδος με φίλους ή με κάποιον υποψήφιο εραστή; Να γράψω στο μπλογκ σήμερα ή αύριο, για το χι θέμα ή για το ψι; Και ούτω καθεξής…

Καμιά φορά ονειρεύομαι τη μέρα που δεν θα έπρεπε να πάρω καμία απόφαση, ή έστω τις λιγότερες δυνατές αποφάσεις… Που θα ένιωθα από κάτω μου το προστατευτικό δίχτυ ενός προγράμματος. Όμως οι μέρες που δεν παίρνω αποφάσεις συχνά κυλάνε μέχρι το απόγευμα στο κρεβάτι μου, διαβάζοντας βιβλία που σέρνονται εκεί γύρω… ή στην οθόνη του υπολογιστή χαζεύοντας στο ίντερνετ, διατρέχοντας ιστολόγια κι εφημερίδες ή παίζοντας πασιέντζες… Η πασιέντζα άλλωστε είναι η πλήρης απεμπόληση του δικαιώματος της απόφασης… Να μη μιλήσω για την ενοχή, την ενοχή της απόφασης (πάλι έχασες την ώρα σου, πάλι πίτσα τρως, πού τον βρήκες αυτό τον τύπο πάλι;) ή της μη απόφασης (άλλη μια χαμένη μέρα, πέρασε από μπροστά σου η ευκαιρία και την έχασες, είσαι αναποφάσιστη)… Υπάρχουν βέβαια και αποφάσεις που τις χαίρομαι… Αλλά αμέσως μετά έρχεται η ώρα της επόμενης απόφασης και τα πράγματα ξεκινάνε πάλι από την αρχή.

Από την άλλη όποτε αποφάσισα ή όποτε οι συνθήκες μού επέβαλλαν αυτό το δίχτυ ασφαλείας του προγράμματος, το αντιμετώπισα στην αρχή σαν ένα ευχάριστο διάλειμμα και πολύ γρήγορα ήθελα να το βάλω στα πόδια και να γυρίσω στο σπίτι μου και στην καθημερινή απόφαση του αν θα σηκωθώ από το κρεβάτι ή θα κλείσω απλώς το ξυπνητήρι… Μυστήριο τραίνο είμαι… Απόλυτα αναποφάσιστη, έχω διαλέξει να ζω τη ζωή των διαρκών αποφάσεων…

Κάποτε μετέφρασα αυτά τα λόγια, είναι για μένα το ευαγγέλιο της απόφασης, της επιλογής. Γιατί τελικά αυτό είναι το θέμα της απόφασης, η επιλογή, τι θα πάρεις και τι θα αφήσεις. Κι εδώ τα λέει όλα: 

θα διαλέξεις, για να επιζήσεις θα διαλέξεις, θα διαλέξεις από τους αναρίθμητους καθρέφτες έναν μόνο, έναν μόνο που θα σε αντανακλά αμετάκλητα, που θα καλύψει με μαύρη σκιά όλους τους άλλους καθρέφτες, θα τους σκοτώσεις πριν σου προσφέρουν, για μία ακόμη φορά, τους άπειρους δρόμους της εκλογής: θ’ αποφασίσεις, θα επιλέξεις έναν από τους δρόμους, θα θυσιάσεις όλους τους άλλους: θα θυσιαστείς επιλέγοντας, θα πάψεις να είσαι όλοι αυτοί οι άλλοι άνθρωποι που θα μπορούσες να ήσουν, θα επιθυμήσεις άλλοι άνθρωποι -άλλος- να εκπληρώσει για σένα τη ζωή που ακρωτηρίασες διαλέγοντας: διαλέγοντας το ναι, διαλέγοντας το όχι, επιτρέποντας να μην είναι η επιθυμία σου, δηλαδή η ελευθερία σου, αυτή που θα σε οδηγήσει στο λαβύρινθο, αλλά το συμφέρον σου, ο φόβος σου, η έπαρσή σου…»

Ίσως τελικά γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο να έχω διαλέξει τη ζωή των διαρκών αποφάσεων…

 

ΥΓ. Άσχετο… Πριν από ένα μήνα δύο φίλες μου, η Μέλπω και η Ζωή, εμφανίστηκαν στο σπίτι για καφέ αναστατωμένες… «Έχουμε νέα», μου είπαν… «Θυμάσαι βέβαια τον Γ. Β». Αναφέρονταν σε παλαιό συμφοιτητή, δικό μου και της Μέλπως. «Έχει φτιάξει μπλογκ, πρέπει να το διαβάσεις…» Έτσι ανακάλυψα τα Μούτρα του George Le Nounce και τον διαβάζω σχεδόν καθημερινά. Βέβαια, οι δυο τρελές μου φίλες δεν αρκέστηκαν στην ανάγνωση. Άρχισαν τα δικά τους, και τώρα νιώθουν ότι έχουν γίνει πρόσωπα της γοητευτικής μυθοπλασίας του παλαιού συμφοιτητού. Με παίρνουνε τηλέφωνο κάθε φορά που τους κάνει τη χάρη να αναφερθεί στο πρόσωπό τους και κακαρίζουν σαν χαζές. Καμιά φορά μπαίνω στον πειρασμό να τις περιλάβω και να τις κάνω πρόσωπα μιας άλλης, ρεαλιστικής μυθοπλασίας… Θέλει όμως κι αυτό απόφαση.

 

ΥΓ2. Αυτό μοιάζει το τέλειο αντικείμενο για μένα. Μόνο που σιχαίνομαι τις κορνίζες για φωτογραφίες. Θα περιμένω να βγάλουν ένα μοντέλο που να έχει μόνο το ξυπνητήρι και το darts decision maker.

10 Σχόλια