Archive for Νοέμβριος, 2006

Αφλογιστία

Ένας απελπισμένος μπλόγκερ προσπαθεί, μετά από μέρες απουσίας από την μπλογκόσφαιρα, να γράψει κάτι κι αναζητά την έμπνευση διαδοχικά και στα οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα. Και όλα αυτά κλεισμένος στο γνωστό Hotel Memory.

Αφλογιστία

Ξυπνάει το πρωί αργά. Έχει καιρό να γράψει. Και τώρα πρέπει. Θέλει. Στρώνεται απέναντι από την οθόνη, τα δάχτυλα ακουμπούν στο πληκτρολόγιο… Πλην όμως, τζίφος, τίποτα…

Αναζητά το φάρμακο στα ταπεινότερα των αισθημάτων…

Πάει πρώτα σ’ αυτούς που ξέρει ότι θα τον εξοργίσουν. Ελπίζει ότι ίσως τον κινήσει ο θυμός. Διαβάζει… Τα δάχτυλά του σφίγγουν σε γροθιά, χτυπάνε στο τραπέζι, στα χείλη συνωστίζονται άναρθρες κραυγές. Ούτε μια λέξη.

Το μεσημέρι επισκέπτεται τους μάγειρες… Καταβροχθίζει συνταγές, περιγραφές γευμάτων, μήπως κι η έμπνευση ανέβει από το άδειο του στομάχι. Σηκώνεται, αφηρημένος ψάχνει το ψυγείο του… Το πληκτρολόγιο γεμίζει ψίχουλα.

Είναι αναγκασμένος να κατέβει χαμηλότερα… Αναζητάει τολμηρές περιγραφές, βρώμικη γλώσσα, χυδαία ακροβατικά, όλο και πιο παράξενα συμπλέγματα… Μετά τη θλιβερή τους πτήση, λευκές σταγόνες σκάνε πάνω στη λευκή οθόνη.

Ξέπνοος, στρέφεται προς τους καλύτερους. Εδώ θα βρει το κέντρισμα, το ξέρει, είναι καλύτερος απ’ τους καλύτερους, μόνο να βρει το δρόμο για τα πλήκτρα, μόνο να έρθει η πρώτη λέξη, το ερέθισμα. Ποιος θα τον καταλάβει όμως, πόσοι θα αναγνωρίσουν την αξία του;

Πρέπει να αλλάξει δρόμο… Να γίνει σαν εκείνους τους καλύτερους, να κλέψει την εκτίμηση, το θαυμασμό του πλήθους, να γίνει περιζήτητος, να του αφήνουν σχόλια λατρευτικά, να γοητεύσει, να αγαπηθεί. Κοιτάζει την οθόνη, μόνο το πρόσωπό του καθρεφτίζεται.

Βραδιάζει. Η ώρα των πετυχημένων. Ονειρεύεται χρήματα, την αναγνωσιμότητα που αύριο θα φέρει διαφημίσεις, συνεργασίες στον Τύπο, βιβλία, μπεστ-σέλλερ, χρήματα, ναι, χρήματα… Να γράψει για τα χρήματα… Τα δάχτυλα ζητάνε να κρυφτούν στις τσέπες του.

Αργά τη νύχτα… Η οθόνη απέναντί του πάντα ανεπανόρθωτα λευκή… Δεν έχει γράψει λέξη… Πατάει τα πλήκτρα. Ακόμα μια χαμένη μέρα, γράφει.

Κοιτάζει την οθόνη και η λύπη τού δαγκώνει την ψυχή… Σβήνει τη πρώτη φράση. Κανένα νόημα, γράφει, ότι η σωτηρία ουκ εστίν

Advertisements

5 Σχόλια

Μπουένος Άιρες, οδός Τακουαρί 242

Ένας νεκρός, αν και με μεγάλη καθυστέρηση στο ραντεβού του, βρήκε επιτέλους το δρόμο για το Hotel Memory. Μια τελευταία συνάντηση σε αργεντίνικο έδαφος με τον πολωνό συγγραφέα Βίτολντ Γκομπρόβιτς.

 

 Μπουένος Άιρες, οδός Τακουαρί 242

«Να πάρω κι εγώ ένα κομμάτι;»

Τινάχτηκα έντρομη στο κρεβάτι και λίγο έλειψε να πέσει το κουτί της πίτσας που έχασκε ανοιχτό στα πόδια μου. Τον είδα να εμφανίζεται σιγά σιγά στην πολυθρόνα.

«Με τρομάξατε», είπα, «πώς μπήκατε εδώ; Σαν κλέφτης…»

«Κάποτε έφυγα από δω σαν κλέφτης. Από το Cuartito είναι;» ρώτησε δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού την πίτσα.

Ένευσα καταφατικά. Τον αναγνώρισα. Κάτω απ’ το μαξιλάρι έπιασα το τηλεκοντρόλ και έκλεισα την τηλεόραση. Του έτεινα την πίτσα και το πακέτο τις χαρτοπετσέτες.

«Ευχαριστώ», είπε και πήρε ένα κομμάτι. «Τις πεθυμάω συχνά».

Τα μάτια του είναι τόσο φωτεινά όσο και στις φωτογραφίες. Κάτι ασυνήθιστα εφηβικό στο πρόσωπο. Δεν ξέρω τι να πω. Το μεσημέρι, σ’ ένα βιβλιοπωλείο, ανέβαλα για άλλη μια φορά την αγορά του ογκώδους ημερολογίου του. Πού να το κουβαλάω πίσω, σκέφτηκα.

«Μη σας ανησυχεί», μου λέει, «κάποτε θα το αγοράσετε, κι ίσως αργότερα βρείτε το χρόνο και να το διαβάσετε. Ίσως και όχι όμως, αλλά δεν πειράζει».

Ωχ, σκέφτομαι, διαβάζει και τη σκέψη.. Χαμογελάει. Πασχίζω για να θυμηθώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, σκόρπιες φράσεις του που έχω διαβάσει δεξιά κι αριστερά. Η μνήμη μου όμως με προδίδει.

«Δεν είμαι εδώ για να μιλήσετε εσείς. Απ’ όσα έχω κάνει στη ζωή μου, απ’ όσους έβλαψα –και μη νομίζετε, όταν θα έρθετε κι εσείς στη θέση μου, θα καταλάβετε πως μια ζωή φτάνει για να πληγώσουμε πολλούς– συχνότερα θυμάμαι ετούτη την πανσιόν απ’ όπου έφυγα μια νύχτα, με το λογαριασμό απλήρωτο. Μη σκέφτεστε το κλασικό, ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα… Σιγά τις τύψεις… θυμάμαι μόνο την απόγνωση και την ελευθερία που με πλημμύριζαν εκείνη τη στιγμή. Είκοσι τέσσερα χρόνια έζησα σ’ αυτήν τη χώρα, άφησα πίσω μου τη γηραιά Ευρώπη, γύρισα εκεί σχεδόν μόνο για να πεθάνω. Κάποιος γνωστός σας λέει ότι είμαι ο καλύτερος Αργεντίνος συγγραφέας, μη δίνετε όμως σημασία, παίζει».

«Κύριε Γκομπρόβιτς…» λέω.

«Φαίνεται πως δεν είστε αρκετό καιρό εδώ. Γιατί δεν χρησιμοποιείτε το μικρό μου όνομα; Ήθελα να σας πω μια ιστορία… Σπάνια έρχεται σε τούτη την πανσιόν κάποιος απ’ την Ευρώπη, κάποιος που να του λέει κάτι έστω το όνομά μου, κάποιος που να μπορεί να νιώσει την απόγνωση και την ελευθερία μιας νύχτας του ’43. Κυρίως κάποιος που να μπορώ να του ζητήσω ένα κομμάτι πίτσα. Μονάχα κάτι δύσμοιρα παράνομα ζευγάρια. Γίνομαι μάρτυρας απελπισμένων εναγκαλισμών».

Απλώνει ξανά το χέρι. Του προσφέρω πίτσα, παίρνω κι εγώ ένα κομμάτι. Του δίνω το δεύτερο κουτάκι μπύρα. Χαμογελάει.

«Πείτε μου», λέω. «Σας ακούω…» Πάω να πω Βίτολντ, αλλά δεν μου βγαίνει.

2 Σχόλια

Ιδιωτικό και δημόσιο

Όποιος κρατά ένα μπλογκ (εδώ το ρήμα με την έννοια του «κρατάω ημερολόγιο») ακροβατεί παράξενα μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου. Ακροβατεί μάλιστα και προς τις δύο κατευθύνσεις… Μπορεί να μιλά δημόσια για πράγματα ιδιωτικά ή ιδιωτικά για πράγματα δημόσια. Δηλαδή, ο συγγραφέας του μπορεί να μιλάει για τους έρωτές του και την προσωπική του ζωή κοινοποιώντας τα στον οποιονδήποτε άγνωστο που μπορεί να βρεθεί στη σελίδα του, πολύ συχνά και εντελώς τυχαία, ή να εκφράζει την προσωπική του γνώμη για  ένα βιβλίο, μια ταινία, ένα κοινωνικό ή πολιτικό γεγονός, ένα περιοδικό ή ένα δημόσιο πρόσωπο, όπως θα την εξέφραζε σε μια παρέα φίλων του και ενίοτε παραβιάζοντας κάποιους από τους κανόνες του δημόσιου λόγου. Υπάρχει ένα παράδοξο σε όλο αυτό. Τα ημερολόγια του παλιού καλού καιρού ήταν κάτι που οι συγγραφείς του το κρατούσαν κρυφό, ή φαντασίωναν τη δημοσιοποίησή του σε κάποιο μακρινό μέλλον ή το προόριζαν συνειδητά ή υποσυνείδητα για κάποιον οικείο αναγνώστη. Τα σημερινά ηλεκτρονικά ημερολόγια αναρτώνται άμα τη συγγραφή τους σε ένα χώρο δημόσιο, προσφέρονται σε περισσότερα ή λιγότερα βλέμματα και προκαλούν άμεσες αντιδράσεις. Προφανώς αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστη τη γραφή τους.

Όταν ξεκίνησα να γράφω το πρώτο μπλογκ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου στην Αργεντινή, με απασχόλησε περισσότερο η πρώτη όψη αυτής της έκθεσης, οι λόγοι που οι άνθρωποι γράφουν πράγματα τόσο προσωπικά τους και τα μοιράζονται με τόση ευκολία με αγνώστους. Αυτό υπήρξε τότε και η αφορμή για μια έντονη συζήτηση με τον Αθήναιο, ο οποίος μάλιστα σε σχόλιο πρόσφατου ποστ του τη χαρακτήρισε τρικούβερτο καβγά. Για μένα δεν ήταν έτσι, ίσως γιατί ο προβληματισμός μου δεν εμπεριείχε κάποια αξιολογική κρίση, τουλάχιστον όχι γενικά. Προσπαθούσα απλώς να του αποσπάσω μια απάντηση σε μια απλή ερώτηση και μάλιστα με αφορμή κάποια από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα αυτού του είδους: Γιατί άνθρωποι έξυπνοι, πολύ συχνά καλλιεργημένοι, κατά πάσα πιθανότητα κοινωνικοί, νιώθουν την ανάγκη να εκθέσουν τα προσωπικά τους σε ένα κοινό αγνώστων; Και γιατί αυτοί οι άγνωστοι νιώθουν την ανάγκη ή την επιθυμία να τα διαβάσουν; Δεν έχω κάτι ενάντια στην έκθεση, ίσα ίσα το αντίθετο, μου φαίνεται όμως πως είναι μια χειρονομία της οποίας το βάρος αλλά και το κόστος θα πρέπει να είναι έτοιμος να αναλάβει ο εκτιθέμενος. Πιστεύω ακόμη πως υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στο προσωπικό και το ιδιωτικό, ανάμεσα σ’ αυτόν που με αναγκάζει να σκύψω για να δω από την κλειδαρότρυπα την ιδιωτική του ζωή κι αυτόν που με υλικό ακριβώς αυτή τη ζωή καταφέρνει να με γοητεύσει, να με κάνει να γελάσω ή να συγκινηθώ, κάτι που πετυχαίνει συχνά ο φίλος μου ο Αθήναιος αλλά και κάμποσοι άλλοι.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, διάφορα γεγονότα, προσωπικά ή μη, με έκαναν να σκεφτώ περισσότερο τη δεύτερη μορφή της έκθεσης. Τι γίνεται όταν εγώ γράφω ότι μια μετάφραση μου φαίνεται κακή και ο μεταφραστής που το διαβάζει μου απαντά ζητώντας μου το λόγο, εν προκειμένω ευγενικά, για την υπερβολικά αρνητική μου κρίση; Τι γίνεται όταν κάποιος σατιρίζει ένα δημόσιο πρόσωπο; Όταν κάποιος χλευάζει έναν εκδότη; Ποιες θα είναι οι συνέπειες αν εγώ γράψω αύριο ότι το καινούργιο βιβλίο του τάδε συγγραφέα είναι μάπα; Θα μπορεί να μου κάνει μήνυση; Θα με καλέσει σε απολογία; Θα έχει αυτό συνέπειες στη δουλειά μου;

Τα μπλογκ γίνονται μόδα και εμένα οι μόδες με τρομάζουν λίγο. Διάφοροι ασχολούνται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με αυτά. Θετικά κι αρνητικά. Όμως έχω την εντύπωση πως επικρατεί μια σύγχυση. Τα μπλογκ δεν είναι δημοσιογραφία, ακόμη κι όταν κάποια κείμενα έχουν τη μορφή άρθρων ή σχολίων ή κριτικών που θα μπορούσες να δεις σε οποιοδήποτε έντυπο. Γιατί η δημοσιογραφία δεν είναι ένας άνθρωπος που γράφει τη γνώμη του, είναι ένας θεσμός με πολλή συγκεκριμένη λειτουργία σε μια κοινωνία. Δεν είναι η ασυδοσία αυτό που κυρίως διαφοροποιεί τον μπλόγκερ από το δημοσιογράφο, πέρα από πολλά άλλα, είναι και το γεγονός ότι είναι πολύ πιο ανυπεράσπιστος, ότι δεν απολαμβάνει την προστασία και το κύρος του θεσμού.

Αυτές τις μέρες σκέφτομαι πως ίσως θα ήταν καλύτερα να εκπληρώσω την πρόβλεψη του φίλου μου του Αθήναιου και να αρχίσω να γράφω στο μπλογκ αποκλειστικά και μόνο τα προσωπικά μου, δεν με ενδιαφέρει όμως, και σ’ αυτή την περίπτωση θα προτιμήσω να το κλείσω. Όμως ας μην τρελαινόμαστε κιόλας… Έχω μερικές δεκάδες γνωστών και φίλων στους οποίους με μεγάλη άνεση μπορώ να πω ότι ο Χ. είναι μαλάκας και σούργελο ή να του ασκήσω την πιο ανελέητη αρνητική κριτική. Αυτό δεν έχει και πολύ μεγάλη διαφορά με το να το γράψω εδώ, αν και η αντίληψή μου για την κοσμιότητα δεν θα μου επέτρεπε να πω ότι κάποιος είναι μαλάκας ή σούργελο, ενώ θα μου επέτρεπε να κρίνω τη δουλειά του ή τη δημόσια παρουσία του. Αυτό είναι όλο κι όλο, όπως αν το έλεγα σε ένα καφενείο, θα μπορούσε να με ακούσει και να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί μου σιωπηλά η παρέα στο διπλανό τραπέζι.

Και στο τέλος τέλος οι μπλόγκερ δεν είναι συλλήβδην ούτε φρέσκιες, πρωτότυπες, αυθεντικές φωνές, ούτε πικρόχολοι αποτυχημένοι ούτε φθονεροί wannabe, είναι κανονικοί άνθρωποι όλων των ειδών και των ποιοτήτων, κάποιοι γράφουν καλά και κάποιοι κακά, κάποιοι εύστοχα και κάποιοι άστοχα, κάποιοι κόσμια και κάποιοι χυδαία. Καλό είναι να διατηρήσουν την ελευθερία της γνώμης τους, χωρίς εξωτερικές ή εσωτερικές ρυθμίσεις (πλην αυτών που ο καθένας επιβάλλει στον εαυτό του αφού και την όποια επιτυχία τους την αντλούν ο καθένας από τις προσωπικές του ιδιότητες, είτε θετικές είναι αυτές είτε αρνητικές). Αυτά προς το παρόν, γιατί τελευταία συμβαίνουν πράγματα που με κάνουν να μην ξέρω αν πρέπει να τρομάξω ή να γελάσω…

32 Σχόλια

Χαμένοι στη μετάφραση και όχι μόνο…

Έχω διαβάσει δύο από τα βιβλία του Χάρι Μούλις που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Το Ζίγκφριντ, ο γιος του κτήνους και την Ανακάλυψη του ουρανού. Το πρώτο το θεωρώ ένα μικρό αριστούργημα, το δεύτερο, ένα ογκώδες και φιλόδοξο μυθιστόρημα, με μάγεψε στην αρχή αλλά ομολογώ πως από ένα σημείο και μετά έχασα κάπως το ενδιαφέρον μου. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ τον Μούλις σημαντικό συγγραφέα κι έτσι αποφάσισα χτες να πάω να ακούσω την ομιλία του στο Μέγαρο. Και οποία απογοήτευση…

Στην αρχή με απογοήτευσε λίγο η σχετικά μέτρια προσέλευση του κοινού και η απουσία ελλήνων συγγραφέων. Το γιατί οι συγγραφείς μας εκδηλώνουν τόσο σπάνια ενδιαφέρον να ακούσουν ένα σημαντικό ξένο συνάδελφό τους είναι ένα ερώτημα που δεν έχω καταφέρει ακόμη να απαντήσω. Ωστόσο η συνέχεια της εκδήλωσης υπήρξε τόσο απογοητευτική ώστε στο τέλος να αναρωτιέμαι γιατί ξεκίνησα εγώ από το σπίτι μου και έφτασα ως το Μέγαρο.

Και πρώτα απ’ όλα βρεθήκαμε όλοι πρωταγωνιστές για μια ακόμη φορά στο γνωστό έργο Χαμένοι στη μετάφραση… Σχεδόν καμία από τις ερωτήσεις του Χ. Χωμενίδη, που παρουσίασε και έθεσε ερωτήματα στο συγγραφέα, ή του κοινού δεν πρέπει να μεταφράστηκε σωστά στον Μούλις, αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί ο τελευταίος δεν απάντησε σχεδόν καμία, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα ακούσαμε εντελώς τα άλλα αντί άλλων… όπως όταν ο Χωμενίδης ρωτά τον Μούλις τη γνώμη του για το τέλος των μεγάλων πολιτικών αφηγήσεων στην εποχή μας και ο συγγραφέας τού απαντά ότι ο κόσμος διαβάζει τον Χάρι Πόττερ, άρα δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν διαβάζουν σήμερα… Να μη συζητήσουμε για τα ελληνικά που έφταναν στ’ αυτιά μας όταν η μεταφράστρια μετάφραζε τα λόγια του Ολλανδού… Σκέτη καταστροφή…

Και ο Μούλις πάντως κέφια δεν είχε χτες στο Μέγαρο… Είναι και ογδόντα χρονών βέβαια, τα ταξίδια θα πρέπει πια να είναι κουραστικά γι’ αυτόν, οι δημοσιογράφοι θα τον εξάντλησαν το μεσημέρι στη συνέντευξη Τύπου και ίσως σε ξεχωριστές συνεντεύξεις για τις εφημερίδες τους. Μου είπαν όμως ότι το μεσημέρι είπε πιο ενδιαφέροντα πράγματα, ότι μίλησε πιο πολιτικά. Στις σημερινές εφημερίδες ωστόσο διαβάζω μόνο ότι υπήρξε ο γιος μιας Εβραίας και ενός συνεργάτη των Γερμανών, την αρνητική του κριτική για τον Γκύντερ Γκρας και τη γνώμη του, με αφορμή τον Πίντερ, ότι κανείς δεν δίνει σημασία στις δηλώσεις των συγγραφέων, αλλά ό,τι σημαντικό έχουν να πουν το λένε στα βιβλία τους. Πάντως στο Μέγαρο και με τη συμβολή της άθλιας μετάφρασης μας είπε διάφορα μπερδεμένα πράγματα, πρώτα ότι μέχρι τα τριάντα του διάβαζε πολύ αλλά μετά δεν παρακολουθεί τόσο τη λογοτεχνία, ότι όπως υπάρχουν πολιτικοί και πολιτικολόγοι (εδώ το κράξιμο σίγουρα στη μετάφραση), έτσι υπάρχουν και συγγραφείς και θεωρητικοί, αυτοί που γράφουν καλά και αυτοί που μιλούν για τη λογοτεχνία, και μετά πως όταν διαβάζει ένα κακό βιβλίο εκνευρίζεται αλλά και πώς όταν διαβάζει ένα καλό βιβλίο πάλι εκνευρίζεται. Μια ατάκα του μου άρεσε αν και πάλι δεν απαντούσε ακριβώς στην ερώτηση που του είχε απευθύνει ο Χωμενίδης, ο οποίος τον ρώτησε αν τις μέρες αυτές που είναι στην Αθήνα είχε κάποιο ερέθισμα που θα τον ενέπνεε να το μεταφέρει στη λογοτεχνία. Και ο Μούλις του απάντησε πως δεν είναι δημοσιογράφος, πως δεν μεταφέρει άμεσα τις εμπειρίες του στο χαρτί, αλλά πως δουλεύουν μέσα του κι ίσως μετά από χρόνια να γράψει για κάτι που είδε στην Αθήνα. Και πάλι λίγο άλλα αντί άλλων ήταν, γιατί άλλο εννοούσε ο ένας και σε άλλο απαντούσε ο άλλος, αλλά μου άρεσε αυτή η διάκριση όσον αφορά το χρόνο επώασης ενός ερεθίσματος στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνία.

Γενικά, ομολογώ πως με απογοήτευσε πολύ και ο συγγραφέας και η εκδήλωση. Και κατά την ταπεινή μου γνώμη τουλάχιστον, δεν είναι χιούμορ ή αυτοσαρκασμός να λες «καλύτερα να υπάρχουν πολλοί κακοί συγγραφείς για να φαινόμαστε και να λάμπουμε εμείς οι καλοί»! Μέχρι και μία από τις ταξιθέτριες που έτυχε να κάθεται δίπλα μου με κοίταξε άναυδη ακούγοντας αυτή τη φράση… Όπως και να ’χει πάντως, μένουν τα βιβλία, και αν δεν έχετε διαβάσει Χάρι Μούλις, διαβάστε τον Ζίγκφριντ του, και σίγουρα δεν θα μετανιώσετε… Από την άλλη ελπίζω ακόμη να εμφανιστεί κάποια ενδιαφέρουσα συνέντευξη τις επόμενες μέρες στις εφημερίδες…

 

Σχολιάστε