Archive for Οκτώβριος, 2006

Llorando


Η Δ. μοιάζει με ηθοποιό που βγήκε από ταινία του Αλμοδόβαρ, για την ακρίβεια μοιάζει με τη Ρόσι δε Πάλμα, στο ομορφότερο θα πρέπει να ομολογήσω. Κοντεύει τα σαράντα, έχει δύο κόρες κι ένα σύζυγο που την αγαπά. Τις τελευταίες μέρες η Δ. είναι τσακωμένη με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της. Σε κυριακάτικο τραπέζι όπου συναντιέται όλη η οικογένεια, η Δ. και ο Χ., ο άντρας της, είναι πολύ ψυχροί με όλους τους υπόλοιπους. Την ώρα που φεύγει, αγκαλιάζει τη μητέρα της και ξεσπάει σε γοερά κλάματα. Και η μητέρα δακρύζει, αλλά το πρόσωπο της Δ. είναι κυριολεκτικά λουσμένο στα δάκρυα. Στην πραγματικότητα, η Δ. πιστεύει πως η μητέρα της δεν την αγαπάει. Δεν έχει δίκιο, ωστόσο στο σπίτι της μητέρας υπάρχουν σε εμφανείς θέσεις φωτογραφίες των τριών άλλων παιδιών της οικογένειας, δεν υπάρχει όμως ούτε μία φωτογραφία της Δ.
Τη βασανίζει πάντοτε αυτή η αίσθηση, πως η μητέρα της δεν την αγαπά. Ζηλεύει τα αδέλφια της. Στη δουλειά της πολύ συχνά αισθάνεται αδικημένη. Ζηλεύει τον άντρα της• παρ’ όλο που εκείνος τη λατρεύει, εκείνη υποπτεύεται συχνά πως στη ζωή του υπάρχει άλλη γυναίκα. Τους τελευταίους μήνες η Δ. έχει μια εξωσυζυγική σχέση. Ο εραστής της είναι πιο άσχημος και πιο ασήμαντος από τον άντρα της• εκείνη του προσφέρει τα πάντα, σαν να θέλει έτσι να διορθώσει μια αδικία, που στην πραγματικότητα πιστεύει πως την έχει υποστεί η ίδια. Αυτή η σχέση τη συγκινεί πολύ.

Advertisements

6 Σχόλια

Κυριακάτικες εφημερίδες

Από Σάββατο σε Σάββατο σέρνονται στο σπίτι μου οι εφημερίδες του Σαββατοκύριακου. Βέβαια κάποια τεμάχια τα πετάω νωρίς. Διαφημιστικά φυλλάδια συνήθως, τις αγγελίες της Καθημερινής, τα οικονομικά ένθετα που το πολύ πολύ να έχουν την τύχη ενός γρήγορου ξεφυλλίσματος. Συνήθως κρατάω ένα μόνο από τα τηλεοπτικά περιοδικά. Τα υπόλοιπα διαμοιράζονται στα δωμάτια του σπιτιού αναλόγως με τα κέφια της στιγμής και τη χρήση τους. Κάποια άρθρα τα διαβάζω παρ’ όλα αυτά στην οθόνη και το χαρτί περιμένει μάταια να το πιάσω στα χέρια μου. Κάποια παραμένουν παντελώς αδιάβαστα, ούτε χαρτί ούτε οθόνη αξιώνονται. Το καλύτερό μου είναι να διαβάζω τις κυριακάτικες εφημερίδες με παρέα, κάποιον να σχολιάζεις, βρε παιδί μου, να μοιράζεσαι τη δουλειά, η μοναχική ανάγνωση των κυριακάτικων εφημερίδων δεν έχει πλάκα.

Στο Κ της περασμένης Κυριακής διαβάζω ένα άρθρο για τον Αλέξη Τσίπρα. Η εικονογράφηση της Τιτίνας Χαλματζή είναι φτιαγμένη για να δικαιολογήσει τον τίτλο αυτού του μπλογκ, με τον Τσίπρα να ταλαντεύεται μεταξύ Γουώρεν Μπήτυ και Κάρρυ Γκραντ. Βέβαια στο περιοδικό ο Τσίπρας κινδυνεύει να περάσει από το «Όλοι μοιάζουμε με έναν ηθοποιό» στο «Όλοι μπορούμε να γίνουμε μοντέλα» γιατί προς στιγμήν πίστεψα πως άρχισε να διαφημίζει και ρούχα, τόσο πολύ μοιάζει το πορτρέτο του από τη Χαλματζή με το αρρενωπό μοντέλο που δίπλα στην τελευταία σελίδα του άρθρου διαφημίζει τα ρούχα Glou. Νικητής των εκλογών χωρίς να νικήσει, ο Τσίπρας στην αρχή μού γεννούσε μάλλον καχυποψία. Μου τη σπάει πολύ όλη αυτή η μανία με τη νεότητα που έχει κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια σε όλους τους τομείς, λες και η νεότητα είναι το εχέγγυο του προοδευτισμού, των νέων ιδεών, της ακεραιότητας. Κουταμάρες. Πολλές φορές οι νέοι μού φαίνονται πιο συντηρητικοί και πιο άτολμοι από τους μεγαλύτερους, εξίσου διαπλεκόμενοι… Στην πραγματικότητα, η νεότητα είναι  Η Η Η  Η μόδα των καιρών. Η πείρα έχει χάσει τη γοητεία της, η ωριμότητα είναι εντελώς passé, όλοι πρέπει να είμαστε ή τουλάχιστον να φαινόμαστε νέοι. Σαν τις κυρίες που εμφανίζονται στα κοσμικά των εφημερίδων κι εγώ σκέφτομαι πως περνάνε όλη τη μέρα στη σαλαμούρα και το βράδυ τις βγάζουν οι καμαριέρες, τις ξεπλένουν και τις στέλνουν στα διάφορα events. Κάποιος θα πρέπει να τους πει πως η νεότητα δεν περιορίζεται στην απουσία ρυτίδων. Πίσω στον Τσίπρα όμως, παρά τη δική μου δυσπιστία, όλοι αναγνώρισαν στο πρόσωπό του ένα χαρισματικό νέο άνθρωπο, λένε πως τα κατάφερε μια χαρά στα τηλεοπτικά debates, που εγώ δεν τα είδα (εξακολουθώ να μην έχω τηλεκοντρόλ, πράγμα που με κρατά σε γενικές γραμμές μακριά από την τηλεόραση). Εν αναμονή της συνέχειας λοιπόν.

Οκτακόσιες πενήντα χιλιάδες κατοίκους λέει έχει ο διαδικτυακός κόσμος του παιχνιδιού Second life και το εξώφυλλο του Κ (πάλι το Κ, αυτή τη βδομάδα έχω πολλή δουλειά και το Κ είναι κάτω από το γραφείο) μου θυμίζει Αργεντινή. Ακούγεται αστείο, αλλά εγώ μπήκα στο εν λόγω παιχνίδι από το Μπουένος Άιρες, κατόπιν προτροπής ενός χαριτωμένου νεαρού που γνώρισα σε κάποιο βιβλιοπωλείο. Τρόμαξα κιόλας πως μπορεί να έβλεπα τη Second life περσόνα μου εξώφυλλο σε ελληνική εφημερίδα. «Μαμά, έγινα εξώφυλλο!». Με λεοπάρ σκισμένο φουστανάκι! Σκάνδαλο! Ο αργεντίνος φίλος μου που ασχολείται με υπολογιστές σκεφτόταν να προτείνει σε ένα μουσείο αντί για ιστοσελίδα να του φτιάξει ένα εικονικό αντίγραφο και να το εισαγάγει στο εν λόγω παιχνίδι. Στο Κ διαβάζω πως ένας καθηγητής ψυχιατρικής έχει στήσει εικονική ψυχιατρική κλινική και στέλνει εκεί τους φοιτητές του για πρακτική. Εγώ ομολογώ πως βαρέθηκα πολύ γρήγορα και αποχώρησα από τη Δεύτερη Ζωή, αφήνοντας την άμοιρη περσόνα μου άψυχη και έρμαιο ποιος ξέρει ποιων ορέξεων… Ίσως επειδή δεν πείστηκα να αρχίσω να φορτώνω την πιστωτική μου κάρτα κάνοντας εικονικές αγορές, λες και δεν μου φτάνουνε οι πραγματικές, ή επειδή τίποτα δεν μου φαίνεται πιο πληκτικό από το διαδικτυακό φλερτ ή σεξ (ο αργεντίνος φίλος μου προσπαθούσε να με παρασύρει σε διάφορες εικονικές διαχύσεις, στις οποίες εγώ αντιδρούσα ως εικονικό ούφο).

Προδότρες λέξεις: στα Νέα του Σαββατοκύριακου (του προηγούμενου πάντα) διαβάζω για τα καινούργια μυθιστορήματα της Σώτης Τριανταφύλλου και του Αλέξη Σταμάτη. Και τα δύο εκτυλίσσονται στην Αμερική. Με ξαφνιάζει η φράση του Τατσόπουλου για την Τριανταφύλλου: «τσαλαβουτάει με την ίδια άνεση σε οιανδήποτε θεματογραφία, τόσο εγχώρια όσο και αλλοδαπή». Αναρωτιέμαι πώς του ξέφυγε το κακόγουστο «τσαλαβουτάει», που στα ελληνικά μάλλον αρνητική κρίση υπαινίσσεται, προχειρότητα κυρίως. Το ίδιο άκομψη μου φαίνεται και η «σαρανταεννιάχρονη καμπούρα» της συγγραφέως. Άμα σε παινεύουνε έτσι, τι άλλο θέλεις… Όσο για το αν βάζει κανείς έλληνες ή αλλοδαπούς ήρωες σε μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στο εξωτερικό, μεγάλη κουβέντα ανοίγουμε και δεν την ξεπετάμε με το ποιος «τσαλαβουτάει» καλύτερα… Ξαναβγήκε πρόσφατα ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, Η εφεύρεση του Μορέλ του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες. Παρεμπιπτόντως, ο Κασάρες (Μπιόυ για τους ισπανόφωνους, που χρησιμοποιούν συνήθως το πρώτο από τα επώνυμα) δεν έμεινε απλώς παντρεμένος όλη του τη ζωή με την ίδια γυναίκα, η γυναίκα αυτή ήταν η Σιλβίνα Οκάμπο, μία από τις καλύτερες ισπανόφωνες συγγραφείς και μία από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της πιο λαμπρής περιόδου της αργεντίνικης λογοτεχνίας. Πάμπλουτη, ισότιμη συνομιλήτρια του Μπόρχες και ίσως πιο ταλαντούχα από τον γοητευτικό και κατά κάμποσα χρόνια νεότερό της Κασάρες.

Παρασκευή απόγευμα ετοιμάζω τη σακούλα σκουπιδιών και ξεφυλλίζω μια τελευταία φορά τις εφημερίδες για να δω μήπως κάτι μου ξέφυγε. Σήμερα βγήκανε ήδη οι σαββατιάτικες και αύριο, Σάββατο, θα βγουν οι κυριακάτικες εφημερίδες…

 

6 Σχόλια

Και μη χειρότερα…

Free Image Hosting at ImageShack.us

Η ιστορία είναι πια γνωστή στους περισσότερους. Για όποιον δεν γνωρίζει το τι συνέβη, μπορεί να τα διαβάσει με λεπτομέρειες εδώ. Το μπάνερ το πήρα όπως και όλοι οι υπόλοιποι από το magicasland. Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι ως διαμαρτυρία ενάντια σε όλη αυτή την παράνοια ή ως υποστήριξη στον μηνυόμενο ή στον απειλούμενο μπλόγκερ. Ελπίζω ναι…

Σχολιάστε

Από Δευτέρα blog…

Τα αλλάξαμε όλα ή σχεδόν όλα. Σπίτι, γειτονιά, όνομα στο κουδούνι, αποφασίσαμε να παίξουμε σε νέο έργο… Αφού πέρασα μέρες και βδομάδες κάνοντας διάφορες δοκιμές, ψάχνοντας το σωστό template, που τελικά δεν νομίζω πως το βρήκα, αλλά τέλος πάντων, ενδεχομένως να γίνουν κι άλλες αλλαγές, επιτέλους ήρθε η ώρα της εγκατάστασης… Κράτησα το Rayuela, για να με αναγνωρίζουν εκείνοι με τους οποίους συνομιλούσα όλους αυτούς τους μήνες. Και ομολογώ ότι αισθάνομαι μια κάποια αμηχανία σε σχέση με το τι μπορεί να είναι ένα μπλογκ, ένα ημερολόγιο δηλαδή, τώρα που είμαι εδώ, στην Αθήνα και στην κανονική μου ζωή. Πριν είχα τη δικαιολογία πως το μπλογκ ήταν ένα είδος ανοιχτού e-mail για τους φίλους μου στην Ελλάδα, όπου τους έγραφα τα νέα του ταξιδιού.  Και τώρα τι; Γιατί το συνεχίζω και τι θέλω να γράφω; Ας πούμε πως με όλη την ιστορία του μπλογκ μπήκα σε μια παρέα, έστω και από μια πλαϊνή πόρτα, και τώρα θέλω να μείνω σ’ αυτή. Να συνομιλώ με κάποιους από τους ανθρώπους που γνώρισα μέσα στο κάδρο της οθόνης.Από δήμαρχος κλητήρας λοιπόν, κι από ξεναγός στο γοητευτικό Μπουένος Άιρες, τώρα περιπατήτρια (και αναγνώστρια και θεατής) στην Αθήνα, να βλέπω δηλαδή και να σχολιάζω ό,τι βλέπουμε και σχολιάζουμε όλοι… Αναρωτιέμαι αν έχει νόημα… Και γιατί να γράφω στο μπλογκ αυτά που λέω στους φίλους μου στο τηλέφωνο, γύρω από ένα τραπέζι ή πάνω από ένα ποτήρι ή ένα φλιτζάνι με καφέ; Προς το παρόν δεν έχω απάντηση… Όλες αυτές τις μέρες που το σκέφτομαι, συμβαίνουν διάφορα που με κάνουν να λέω δυνατά ή από μέσα μου «Αυτό θα το κάνω ένα ποστ», τα πράγματα όμως τρέχουν, ποστ δεν έγιναν και τέλος πάντων κάπως πρέπει να γίνει μια αρχή και να δούμε πώς θα κυλήσουνε τα πράγματα. Ας πούμε πως το φαντάζομαι σαν έναν καθρέφτη, εξ ου και ο τίτλος νούμερο δύο, δηλαδή η διεύθυνσή του. Περνάς από μπροστά του, κοιτάζεσαι και λες «ουπς, αυτή είμαι εγώ»… Και πάλι αναρωτιέμαι αν γίνεται αυτό… Περισσότερα όμως στην πράξη.  

16 Σχόλια